Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Περίεργες Αποκαλύψεις (Session 3)

Μαζέψαμε τα κομμάτια μας, πήραμε την γκόμενα σηκωτή και φύγαμε. Άνχελα την λένε τελικά, όπως μάθαμε αργότερα. Με Χ ροχάλα. Τη φορτώσαμε στο αμάξι σαν σακί και την πήγαμε σπίτι του Θίοντορ, δεν μπορούσαμε εξάλλου να ρισκάρουμε να την πάμε σε άλλο μέρος να μάθει τα κρυσφήγετα μας, ούτε φυσικά στην αποθήκη. Εξάλλου το σπίτι του Θίοντορ το είχε κάνει η ίδια ρημαδιό.

Πολλές συζητήσεις, πολλές διαφωνίες - κυρίως δικές μου με τον Μάρκους - για το τί θα την κάνουμε. Δεν μπορούμε να την αφήσουμε σ' αυτήν την κατάσταση, μετά βίας κρατιέται ζωντανή. Έπειτα, δεν μπορούμε να ρισκάρουμε να μας κάνει αυτή κακό, οπότε πριν φύγουμε την κοίμησε η Τιτάνια και την σταθεροποίησα εγώ για να μην χειροτερέψει τουλάχιστον. Την πήγαμε σπίτι του Θίοντορ και την δέσαμε στο κρεβάτι του, όσα άκρα της είχαν απομείνει τουλάχιστον. Η Τιτάνια την κρατούσε κοιμισμένη και είχε κάτσει από πάνω της και έψαχνε στο μυαλό της για απαντήσεις. Ο Μάρκους έψαχνε κάτι βιβλία και ζωγράφιζε κάτι περίεργα σε χαρτί. Αυτοί οι μέθοδοί του είναι λίγο αστείοι.

Πήγα κάτω στο σαλόνι και άναψα δύο αρωματικά στικς που πήρα από τη μηχανή μου και αυτοσυγκεντρώθηκα. Το σπίτι ήταν καθαρό από πνεύματα, ο παρανοϊκός Θίοντορ είχε φροντίσει να τα διώξει όλα. Φυσικά όμως πνεύματα υπάρχουν παντού και το σπίτι του δε με περιορίζει ιδιαίτερα. Μετά από λίγη ώρα άρχισε να κουνιέται μια κουρτίνα, παρ' όλο που όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Μέσα από την σκόνη του πατώματος σχηματίστηκε μπροστά μου ένα μικρό ανθρωπάκι που άρχισε να περιεργάζεται τον χώρο με παιχνιδιάρικο βλέμμα. "Καλησπέρα" μου είπε και ανταπέδωσα ευγενικά. Τον ρώτησα το όνομα του και μου είπε ότι είναι ο Γκνορ, το πνεύμα της αταξίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι κακό, δεν είχα κακό προαίσθημα γι' αυτό. "Χρειάζομαι την βοήθεια σου Γκνορ, αν βέβαια μπορείς και θέλεις να με βοηθήσεις." "Φυσικά, ζήτα μου ό,τι θες" απάντησε και του είπα για την τύπισσα που έχουμε πάνω, ότι θα ήθελα να την τσεκάρει, μήπως μπορεί να μου δώσει κάποια χρήσιμη πληροφορία.

"Να εκεί είναι" του έδειξα την κοιμισμένη τύπισσα, την οποία ακόμα "διάβαζε" η Τιτάνια. "Το ξέρω" απάντησε ο Μάρκους απορημένος, ο οποίος φυσικά δεν έβλεπε τον Γκνορ. Ο Γκνορ ο οποίος δεν είχε χέρια πήδηξε στο κρεβάτι και άρχισε να τρίβει τη μούρη του στην γάμπα της γκόμενας. "Είναι καθαρό, τόσο καθαρό..." Μου είπε ότι δεν ένιωθε κάτι περίεργο πάνω της, αλλά πάνω στην Τιτάνια, έβλεπε κάτι που δεν είχε ξαναδεί και μου είπε ότι η Τιτάνια είναι κάπως "βρώμικη". Ίσως να φταίει αυτό που έκανε εκείνη την στιγμή η Τιτάνια. Ίσως όμως και να πρέπει να την προσέχω κάπως καλύτερα από 'δω και πέρα. Ίσως και να έπρεπε απλά να κάνει ένα ντουζάκι. Ευχαρίστησα τον Γκνορ για την βοήθειά του - παρ' όλο που ήταν άχρηστη τελικά - και τον αποχαιρέτησα. Ο Μάρκους που κοιτούσε τόση ώρα την συνομιλία μου με το πνεύμα είχε καταλάβει τί γινόταν και άρχισε να με ρωτάει διάφορα. Πήγαμε κάτω στην κουζίνα να τσιμπήσουμε κάτι καθώς προσπαθούσα να του απαντήσω όσο πιο σύντομα γινόταν στις απορίες του περί του κόσμου των πνευμάτων, γιατί δεν είχα καμία όρεξη. Εξάλλου, πώς να εξηγήσεις σε έναν Ερμητικό που βλέπει τα πάντα ως αριθμούς και εξισώσεις τα διάφορα πρόσωπα της μητέρας-γης;


Μετά από κάποια ώρα που μου φάνηκε ατελείωτη ανάμεσα στις απορίες του Μάρκους, τους επαίνους του για τον Θίοντορ και τα περίεργα διαγράμματα που σχεδίασε για να κρατήσει την τύπισσα απ' το να τηλεμεταφερθεί κάπου αλλού, μας φώναξε ευτυχώς η Τιτάνια από πάνω, να μας εξηγήσει τί είδε. Η Άνχελα, όπως μας είπε ότι την έλεγαν, απ' ότι φαίνεται ήταν κυνηγός μαγικών αντικειμένων, όπως ξέραμε ότι είναι και ο Θίοντορ. Κάποιος τον οποίο αποκαλούσε η ίδια "άρχοντα" της μιλούσε μες στο κεφάλι της και την πρόσταζε να τα βρει για λογαριασμό του. Σε ένα απ' τα ταξίδια της πριν ένα χρόνο περίπου συνεργάστηκε με τον Θίοντορ και βρήκαν μαζί μία περίεργη σφαίρα, την οποία της έκλεψε ο Θίοντορ αφού την άφησε αναίσθητη. Κατά τα φαινόμενα, ο "άρχοντάς" της δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένος με αυτό και από τότε αυτή τον έψαχνε να του την πάρει πίσω. Βρήκε τον Θίοντορ αλλά όχι την σφαίρα, ότι κι αν δοκίμασε να του κάνει δεν της αποκάλυψε τίποτα γι' αυτό ο αόρατος άντρας (αν είναι άνθρωπος καν) της έστειλε δύο τύπους οι οποίοι τον πήραν να τον φέρουν σε εκείνον. Δεν ξέρει πού είναι ούτε αυτός ούτε η σφαίρα. Το μόνο χρήσιμο που μάθαμε ήταν το κρυσφήγετό της στην πόλη.

Ήμουν έξω φρενών. Παραλίγο να σκοτώσουμε μια κοπέλα η οποία απλά ήθελε να πάρει κάτι δικό της πίσω. Άρχισα να φωνάζω στον Μάρκους ο οποίος μου υπενθύμιζε συνεχώς τα νταραβέρια της με τους βρικόλακες και τις σκοτεινές συμφωνίες της. Τί με νοιάζει εμένα τί συμφωνίες κάνει ο καθένας; Αρκεί να μη με ενοχλεί. Απ' ότι φαίνεται, αυτή τη φορά εμείς ενοχλήσαμε εκείνη. Δικαίωμα της ήταν να διεκδικήσει αυτό που ήταν δικό της, μετά την πουστιά που της έπαιξε ο Θίοντορ. Ο Μάρκους υποστήριζε ότι δεν ήξερε τίποτα ούτε για την Άνχελα ούτε για την σφαίρα που έψαχνε, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν τον πιστεύω πλέον. Ήμουν έτοιμος να την επαναφέρω, παρά τον κίνδυνο να μου επιτεθεί. Κάπου εκεί έφτασε κι ο Ιάκωβος και του εξηγήσαμε τί έγινε. Μετά πήγα σπίτι να κοιμηθώ.

Πριν κοιμηθώ πήρα λίγο φρέσκο χώμα που έχω για τις γλάστρες και το ανακάτεψα με λίγο νερό. Το άλειψα πάνω στο κατεστραμμένο χέρι μου για να επωφεληθώ από τις ευεγερτικές ιδιότητες της μάνας-γης και ήδη έδειχνε πολύ καλύτερα μετά. Μπήκα να κάνω ένα ντουζ και πρόσεξα κάποια στιγμή την ουρά ενός φιδιού στην μπανιέρα μου. Τράβηξα την κουρτίνα και είδα μπροστά μου έναν τεράστιο μαύρο πύθωνα. Προς στιγμήν χέστηκα λίγο πάνω μου μέχρι που γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε και κατάλαβα από ένα σχέδιο ζωγραφισμένο στο "κούτελό" του ότι ήταν το τοτέμ μου, η Άνγκορ-Μα. "Μη μας ξεχνάς Jock O Mo" σφύριξε και βγήκε απ' την πόρτα του μπάνιου. Το τοτέμ μου είναι η προσωποποίηση του εαυτού μου στον κόσμο των πνευμάτων. Κάποιες φορές επικοινωνεί μαζί μου, γιατί οι δεσμοί μου με τον κόσμο αυτόν είναι δυνατοί. Βγήκα στο σαλόνι με τις σαπουνάδες και το είδα κουλουριασμένο στον καναπέ.
"Tί εννοείς σας ξεχνάω;"
"Ξεχνάς τον δρόμο σου. Παρεκκλίνεις από τον σκοπό σου. Ίσως είναι καιρός να πας ένα ταξίδι."
"Ταξίδι που;"
"Προς τα 'κει." έδειξε με το κεφάλι του κάποιον άγνωστο προορισμό. "Δεν χρειάζεται να φύγεις για να πας ένα ταξίδι. Κάνε ένα ταξίδι μες στον εαυτό σου. Ίσως να πρέπει να κάνεις μία ανακαίνιση στο σπίτι σου. Ίσως να πρέπει να βρεις μία σφαίρα."
"Σφαίρα;"
"Ναι, μια όμορφη σφαίρα, να την κρεμάσεις στο λαιμό σου."
Το φίδι εξαφανίστηκε πίσω απ' τον καναπέ και με άφησε με την απορία.

Το άλλο πρωί ενώ ετοιμαζόμουν να πάω να ανοίξω το μαγαζί με πήρε τηλέφωνο ο Μάρκους και με έπρηξε να πάω από το σπίτι του Θίοντορ όπου είχαμε ακόμη την Άνχελα. Το μαγαζί έπρεπε να περιμένει λίγες ώρες. Όταν έφτασα ο Ιάκωβος έκανε τα δικά του τα περίεργα, καθόταν και έλεγε ιστορίες στην κοιμισμένη γκόμενα. Τελικά ήθελε βοήθεια με άλλο ένα διάγραμμα που έφτιαχνε για να είναι πιο σίγουρος ότι δε θα του ξεφύγει η τύπισσα με τίποτα. Τον βοήθησα αλλά δεν ξέρω για πόσο θα ανεχτώ να συνεχιστεί η όλη φάση. Στο μαγαζί με περίμενε η Πεσταλέξη για κακή μου τύχη. Ήταν απ' έξω και χτυπούσε τις πόρτες φωνάζοντας το όνομα μου. Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται. Πήγα να πιω έναν καφέ πρώτα για να σιγουρευτώ ότι δεν θα είναι εκεί όταν γυρίσω να ανοίξω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου